ΕΡΕΥΝΑ

Ποιος σκότωσε την Υπατία;

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας δέν εἶναι μόνο μία ἀπό τίς μεγάλες μορφές τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας,

1. Συνοπτική παρουσίαση τοῦ βίου τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας δέν εἶναι μόνο μία ἀπό τίς μεγάλες μορφές τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, τῶν ὁποίων ἡ ἐπίδραση στόν ἐκκλησιαστικό βίο καί τή χριστιανική διδασκαλία ὑπῆρξε ἀποφασιστική[1], ἀλλά βρίσκεται ἐπίσης καί στή βαθμίδα τῶν μεγαλύτερων ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων ὅλων τῶν ἐποχῶν. Σάν ἐκφραστής τῆς πιό «δυναμικῆς» Χριστολογίας τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε γιά τό Νεστοριανισμό ὅ,τι καί ὁ Ἀθανάσιος γιά τόν Ἀρειανισμό[2].

Γιά τή ζωή τοῦ ἱεροῦ Πατρός πολύ λίγα πράγματα εἶναι γνωστά. Δέ γνωρίζουμε πότε ἀκριβῶς γεννήθηκε. Πιθανολογεῖται σάν ἡμερομηνία γεννήσεως τοῦ Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας τό 380 μ.Χ. Τό βέβαιο, ὅμως, εἶναι ὅτι καταγόταν ἀπό εὔπορη οἰκογένεια καί ἀνατράφηκε μέσα στό περιβάλλον τοῦ δυναμικοῦ τότε Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Θεοφίλου, ὁ ὁποῖος ἦταν θεῖος του. Μάλιστα, συχνά ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριος τόν ἀποκαλεῖ «Αἰγύπτιον», δηλαδή αὐτόν πού κατάγεται ἀπό τήν Αἴγυπτο[3], μέ σκοπό νά τόν χλευάσει.

Σπούδασε στη φημισμένη Σχολή της Αλεξάνδρειας με διδάσκαλο το Δίδυμο τον Τυφλό[4] και παρακολούθησε μαθήματα της περίφημου αλεξανδρινής φιλοσόφου – μαθηματικού Ὑπατίας[5]. Οἱ γνώσεις του ἐπλουτίζονταν συνέχεια ἀπό τή μελέτη συγγραμμάτων σπουδαίων χριστιανῶν συγγραφέων, πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἦταν ὁ Μέγας Ἀθανάσιος[6], οἱ Καππαδόκες Πατέρες[7] κ.ἄ., ἀλλά καί συγγραμμάτων συγγραφέων τῆς θύραθεν φιλολογίας. Γαλουχήθηκε θεολογικά στήν ἔρημο κάτω ἀπό τήν ἀπεριόριστη φροντίδα τῶν ζηλωτῶν μοναχῶν τῆς Νιτρίας, κοντά στούς ὁποίους ἔζησε πέντε χρόνια. Αὐτοί, πιθανόν, τοῦ ἐνέπνευσαν τόν πύρινο καί ἀνυπόμονο ζῆλο, πού χαρακτηρίζει τόν Κύριλλο σέ ὅλη τή διάρκεια τοῦ βίου του[8].

Τό 403 συνοδεύει τό θεῖο του στήν Κωνσταντινούπολη καί παρευρίσκεται στήν Ἐπί Δρῦν Σύνοδο κατά τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Μετά τό θάνατο τοῦ θείου του κατά τό 412 ὁ θρόνος τοῦ πατριαρχείου τῆς Ἀλεξανδρείας χηρεύει. Στίς 18 Ὀκτωβρίου ὁ Κύριλλος ἀναλαμβάνει τό τιμόνι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας βγαίνοντας νικητής ἀπό τήν ἀναμέτρηση μέ τόν ἱκανό συνυποψήφιό του ἀρχιδιάκονο Τιμόθεο[9].

Ὡς νέος Ἀρχιεπίσκοπος, καυτηριάζει μέ δριμύτητα τήν κοινωνική ἀνισότητα καί τήν ἀναλγησία τῶν πλουσίων. Ψέγει τήν πολιτική ἐξουσία γιά τήν ἀνοχή της σέ φαινόμενα ἀδικιῶν ἔναντι τῶν φτωχῶν, σέ ἀπάτες, ἐπιορκίες, σέ φαινόμενα ἔκλυτου βίου[10]. Δέ διστάζει νά ἐναντιωθεῖ σέ ἕνα πολιτικό κατεστημένο, τό ὁποῖο ὁδηγεῖ τούς πολίτες τῆς Ἀλεξάνδρειας καί γενικότερα τῆς Αἰγύπτου σέ ἄθλιες συνθῆκες διαβίωσης καί πού ὀξύνει τήν κοινωνική ἀνισότητα μεταξύ πλουσίων και φτωχών.

Ὁ Πατήρ πολέμησε μέ μεγάλο πάθος ὁπαδούς παλαιότερων αἱρέσεων καθώς καί Ἐθνικούς. Ἰδιαίτερα σκληρή ὑπῆρξε ἡ στάση του ἀπέναντι στούς Νοβατιανούς[11]. Ἔκλεισε τίς ἐκκλησίες τους καί ἀφαίρεσε ὅλα τά ἱερά τους σκεύη. Χαρακτηριστικά σκληρή καί ἀδυσώπητη ἦταν ἡ στάση πού τήρησε ἀπένατι στούς Ἰουδαίους τῆς Ἀλεξανδρείας˙ ἔκλεισε τίς συναγωγές τους καί ἐξόρισε πολλούς ἀπό αὐτούς. Σημαντικός ἀντίπαλος του τήν περίοδο αὐτή ἀναδείχθηκε ὁ Ὀρέστης, ἔπαρχος τῆς πόλης. Ὁ τελευταῖος προπηλακίστηκε ἔντονα ἀπό τούς διάφορους μοναχούς τῆς περιοχῆς, πού τόν θεωροῦσαν «θύτην καί Ἕλληνα», δηλαδή εἰδωλολάτρη, ἄν καί ἐκεῖνος δήλωνε ὅτι ἦταν χριστιανός. Καί τελικά θανατώθηκε ἀπό ἐκείνους[12]. Σημαντικό εἶναι νά ἀναφέρουμε ὅτι ὁ ἱερός Πατήρ δέ συμμερίστηκε τήν ἀποτρόπαιη αὐτή πράξη καί οὔτε εἶχε καμμία ἐμπλοκή στή μετέπειτα δολοφονία τῆς φιλοσόφου καί μαθηματικοῦ Ὑπατίας. Τό θέμα αὐτό θά τό ἀναπτύξουμε καλύτερα παρακάτω.

Ὁ Κύριλλος ἀκολούθησε σκληρή στάση καί μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τό Χρυσόστομο, ὅπως γιά παράδειγμα δέν ἤθελε νά τόν ἀναγράψει στά Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας[13]. Τελικά, ὅμως, ἀναγκάστηκε νά τό κάνει ὕστερα ἀπό τή μεσολάβηση τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἀττικοῦ[14], ἀλλά καί μετά ἀπό ἕνα ὅραμα -ὄνειρο που εἶδε με τόν Ἰωάννη τό Χυσόστομο καί τήν Παναγία.

Νέα ἐποχή ἀγώνων ἄρχισε γιά τόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας μετά ἀπό τή διατύπωση τῶν περί τῶν φύσεων τοῦ Χριστοῦ ἀπόψεων τοῦ Νεστορίου[15]. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, διαλάμπων διά τῆς μεγάλης αὐτοῦ θεολογικῆς μορφώσεως καί τῆς βαθύνοιας, διακρινόμενος ταυτόχρονα γιά τήν ποιμαντική του δραστηριότητα καί γιά τόν φλέγοντα ζῆλον του ὑπέρ τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος, διέγνωσε ἀμέσως τή φοβερή πλάνη τοῦ Ἐπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, πού ἀνέτρεπε τίς βάσεις τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας[16].

Ὁ Νεστόριος[17] ἐπηρεασμένος ἀπό τό δάσκαλό του Θεόδωρο Μοψουεστίας[18] καί ἐπειδή ἦταν γενικότερα καί φορέας τῆς ἀντιοχειανῆς παραδόσεως δέ δεχόταν νά ἀποκαλεῖται ἡ Παρθένος Μαρία «Θεοτόκος»[19], ἀλλά ἐπέμενε νά τή χαρακτηρίζει «Χριστοτόκο». Τή θέση του αὐτή τήν τεκμηρίωνε ὑποστηρίζοντας ὅτι ἡ Μαρία γέννησε ἕναν ἄνθρωπο φορέα τῆς θεότητας «θεοφόρο ἄνθρωπο» καί «Θεῷ συνημμένον»[20] ἀλλά ὄχι τό Θεό. Κατά αὐτόν ἡ θεότητα δέν μπορεῖ νά ἔχει «βρεθεῖ» ἑννέα μῆνες σέ μία γυναικεία μήτρα, νά ἔχει τυλιχθεῖ σέ σπάργανα, νά ὑπέφερε, νά πέθανε καί νά θάφτηκε. Πίσω ἀπό τήν περιγραφή τῆς Μαρίας ὡς Θεοτόκου, ὁ Νεστόριος πρέσβευε ὅτι διέκρινε τήν ἀρειανική ἀρχή ὅτι ὁ Υἱός ἦταν ἕνα κτίσμα ἤ τήν ἀπολιναρική ἰδέα ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἐλλιπής[21].

Ὁ ἅγιος Κύριλλος λυπήθηκε, ὅταν ἔμαθε ὅτι ὁ Νεστόριος εἶχε ἐμπλακεῖ σέ ἕνα τόσο δυσχερές δογματικό ζήτημα, χωρίς νά διαθέτει τά κατάλληλα ἐφόδια, μάλιστα δέ πιό συγκεκριμένα γιά τό θέμα αὐτό ἔλεγε ὅτι, «ποία γάρ ὅλως χρεία εἰς μέσον ἄγεσθαι τά οὕτω λεπτά καί κεκρυμμένα: διατί μή μᾶλλον ἠθικαῖς ἐξηγήσεσιν ὠφελοῦμεν τούς λαούς, εἰμή σφόδρα ἔχομεν ἱκανῶς περί τήν ἀκρίβειαν»[22].

Ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας εἶχε σπουδαία θεολογική παιδεία καί μποροῦσε μέ ἐπιτυχία νά φέρει εἰς πέρας τήν προσπάθειά του νά ἀνατρέψει τά αἱρετικά πιστεύω τοῦ Νεστορίου[23]. Ἄξιο παρατηρήσεως εἶναι ὅτι ἡ θεολογική σκέψη τοῦ Νεστορίου εἶχε πολλές διαφορές ἀπό τή θεολογία τοῦ Κυρίλλου. Αὐτό ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι οἱ δύο πρωταγωνιστές τῆς θεολογικῆς διαμάχης (428-431) ἐκπροσωποῦσαν διαφορετική σχολή καί παράδοση. Ὁ μέν Νεστόριος ἦταν ἐκπρόσωπος τῆς Ἀντιοχειανῆς[24] παραδόσεως ἐνῶ ὁ Κύριλλος τῆς Ἀλεξανδρινῆς[25].

Ὁ Κύριλλος, ἀρχικά, προσπάθησε νά ἀνατρέψει τήν αἱρετική διδασκαλία τοῦ Νεστορίου καθώς διαφαίνεται ἀπό τίς ἐπιστολές του πρός τόν πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Τελικά, ὅμως, δέν τό κατόρθωσε. Ἔτσι, λοιπόν, τό θεολογικό αὐτό ζήτημα τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων ἔμελλε νά γίνει ἡ αἰτία συγκλήσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Πράγματι ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος Β΄ μέ διάταγμα στίς 19 Νοεμβρίου 430 συγκαλεῖ Οἰκουμενική Σύνοδο στήν Ἔφεσο γιά μετά τό Πάσχα τοῦ 431.

Ὁ αὐτοκράτορας πίστευε ὅτι ὁ Κύριλλος ἦταν ὑπαίτιος γιά τήν ἀναταραχή πού εἶχε προκληθεῖ. Ὁ τελευταῖος ἔστειλε ἐπιστολή στόν πάπα Καιλεστῖνο μέ τεκμηριωμένες ἀποδείξεις γιά τήν πλάνη τοῦ Νεστορίου. Ὁ πάπας Ρώμης, στή συνέχεια, σέ σύνοδο τοῦ Αὐγούστου τοῦ 430 καταδικάζει τίς νεστοριανικές θέσεις καί τίθεται ὑπέρ τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας. Ἐκεῖνος, πάλι, κατοχυρώνει τίς ἀπόψεις του στή σύνοδο τῆς Ἀλεξανδρείας τό Νοέμβριο τοῦ 430. Στέλνει δέ στό Νεστόριο ἐπιστολή μέ τίς ἀποφάσεις τῶν συνόδων καί τούς περίφημους Δώδεκα Ἀναθεματισμούς, πού ἀπαιτεῖ νά γίνουν ἀποδεκτοί[26].

Σφοδρή τρικυμία κλόνιζε τά θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας. Λύση ἔδωσε ὁ αὐτοκράτορας συγκαλώντας, ὅπως προαναφέρθηκε, μετά τό Πάσχα τοῦ 431 σύνοδο τῶν ἐπισκόπων στήν Ἔφεσο. Στή Σύνοδο πῆραν μέρος περί τούς 150 ἐπισκόπους. Ἡ Σύνοδος συνῆλθε τελικά στόν καθεδρικό ναό τῆς Μαρίας τόν Ἰούνιο τοῦ 431, μέ πρόεδρο τόν Κύριλλο Ἀλεξανδρείας[27]. Ἡ Σύνοδος κλείνει τίς ἐργασίες της μέ τήν καταδίκη τοῦ Νεστοριανισμοῦ καί τήν ἀνάκληση ἀπό τόν Κύριλλο μερικῶν θεολογικῶν διατυπώσεων τῶν ἀναθεματισμῶν[28]. Βέβαια, ἄν καί στό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐξελέγει ὁ Μαξιμιανός, ἡ πολυπόθητη εἰρήνη δέν ἐπετεύχθηκε, γιατί ἡ διευθέτηση αὐτή δέν ἔβρισκε δυστυχῶς σύμφωνους τούς ἀντιοχεῖς. Τελικά ἡ χρυσή τομή βρέθηκε στό σύμβολο πού τέθηκε ὡς θεμέλιο τῆς συμφωνίας Ἀλεξανδρινῶν – Ἀντιοχέων σχετικά μέ τό χριστολογικό δόγμα. Τό κείμενο αὐτό τῆς κοινῆς πλέον Ὁμολογίας μεταξύ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί Ἰωάννου Ἀντιοχείας, ἴσως νά γράφτηκε ἀπό τό Θεοδώρητο Κύρου καί νά παρέμεινε στήν ἱστορία μέ τό ὄνομα Ὅρος τῶν Διαλλαγῶν (433).

Μέ τόν ὅρο αὐτό ὁ Κύριλλος ἀποσυνδέθηκε ἀπό τή στασιαζόμενη θεολογική ὁρολογία ὁρισμένων ἀναθεματισμῶν, δέχθηκε ὡς κριτήριο ἑρμηνείας τῆς διδασκαλίας του γιά τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ τήν ἐπιστολή τοῦ Μ. Ἀθανασίου πρός τόν Ἐπίκτητον Κορίνθου[29], δέν ἐπέμεινε στήν προβολή τῆς προσφιλοῦς ὁρολογίας μία φύσις καί διευκρίνησε τίς ἀσαφεῖς θέσεις γιά τό σῶμα τοῦ Κυρίου κατά τήν ἐνσάρκωση[30]. Ὁ ἀλεξανδρινός Πατήρ, ἀκόμα καί ὅταν δέχτηκε τόν Ὅρο τῶν Διαλλαγῶν[31], δέν ἀφαίρεσε τίποτα σημαντικό ἀπό τή διδασκαλία του, ἁπλῶς τή διασαφήνησε περισσότερο ὥστε ἡ κατανόησή της νά μήν ἀποτελεῖ τροχοπέδη γιά τήν εἰρήνευση τῆς Ἐκκλησίας. ἀπό τήν ἀλλη πλευρά ὁ Ἰωάννης Ἀντιοχείας μέ τό κείμενο τοῦ Ὅρου τῶν Διαλλαγῶν δέχεται τήν ἀλεξανδρινή ἑρμηνεία τοῦ ὅρου Θεοτόκος, τή θεολογική διδασκαλία τῶν Καππαδοκῶν καί τῶν ἀλεξανδρινῶν θεολόγων περί τῶν δύο γεννήσεων τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀντίδοσιν τῶν ἰδιωμάτων τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ[32].

Ἡ προσωπικότητα, ἐν κατακλείδι, τοῦ ἀλεξανδρινοῦ Πατρός ἦταν τόσο φωτεινή, ὥστε λίγο πρίν ἐκμετρήσει τό βίο του (444) νά θεωρεῖται ὡς αὐθεντικός ἐκπρόσωπος τῆς χριστολογικῆς παραδόσεως. Τό συμπέρασμα αὐτό δέν εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν ἐπιδοκιμασιῶν καί τῶν ζητοκραυγῶν ἀπό τούς ἐπισκόπους πού πῆραν μέρος στή σύνοδο τῆς Ἐφέσου, Ἀλεξανδρινῶν καί Ἀντιοχέων, ἀλλά ἔχει σχέση μέ τό γεγονός ὅτι πολλοί ἀνατολικοί θεολόγοι ὅπως ὁ Ἀκάκιος Μελιτήνης, ὁ Ραβούλλας Ἐδέσσης, ὁ Ἰωάννης Ἀντιοχείας, καθώς καί ὁ Θεοδώρητος Κύρου υἱοθέτησαν σταδιακά τή θεολογική διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ Πατρός[33].

Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στίς 18 Ἰανουαρίου μαζί μέ τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ἀλλά καί στίς 9 Ἰουνίου.

 

2. Κύριλλος καί Ὑπατία

Χαρακτηριστικά σκληρή καί ἀδυσώπητη ὑπῆρξε ἡ στάση τοῦ ἀπέναντι στούς Ἐθνικούς[34], οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦσαν μεγάλη ἐπίδραση στό χριστιανικό λαό, μέ τή μαγεία, τήν ἀστρολογία, τή δεισιδαιμονία, καί μέ τήν ὕπαρξη κάποιου μαντείου στό Μένουθις στό ὁποῖο λατρευόταν μία ψεύτικη θεά «ἡ Κυρά»[35]. Ἐπίσης πολέμησε τούς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι ἦταν γύρω στούς 40.000 στήν Ἀλεξάνδρεια. Ἔκλεισε τίς συναγωγές τους καί ἐξόρισε πολλούς ἀπό αὐτούς. Ἡ πολεμική του ἔναντι τῶν Ἰουδαίων τροφοδοτήθηκε κυρίως ἀπό τή μεροληπτική στάση τοῦ ἔπαρχου τῆς πόλεως Ὀρέστη. Οἱ Ἰουδαῖοι ἔχοντας τήν ἀπροκάλυπτη στήριξη τοῦ ἔπαρχου Ὀρέστη ἀσκοῦσαν στυγνή τοκογλυφία ἀπέναντι στούς χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι μή δυνάμενοι νά ἀνταποκριθοῦν στήν ἀπόσβεση τῶν δανείων τους ἤ τῶν γενικοτέρων ὀφειλῶν τους κατέληγαν δοῦλοι καί δημεύονταν ἡ περιουσία τους. Γιά τό λόγο αὐτό οἱ Ιουδαίοι ἦταν περισσότερο ἐπικίνδυνοι γιά τόν Κύριλλο ἀπό τούς εἰδωλολάτρες, γιατί οἱ πρώτοι ἀπειλοῦσαν ὁλόκληρη τήν κοινωνική ὑπόσταση τῶν χριστιανῶν ἐνῶ οἱ τελευταῖοι ἐπιτελοῦσαν τό ἔργο τοῦ μισόκαλου ἐχθροῦ μέ σκοπό τήν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς τῶν πιστῶν ἐν Χριστῷ καί τή ρίψη της στό βάθρο τῆς ἀπωλείας[36].

Βασική πηγή γιά τά τεκταινόμενα τῆς ἐποχῆς ἀποτελεῖ ὁ ἱστορικός Σωκράτης, ὁ ὁποῖος μάλιστα, ὅπως ἀναφέρθηκε, ἀνῆκε στίς τάξεις τῶν Νοβατιατῶν. Αὐτό προσδίδει μεγαλύτερη ἐγκυρότητα στά γραφόμενά του σχετικά μέ τόν Ἅγιο Κύριλλο, μιᾶς καί δέ μεροληπτοῦσε ὑπέρ του πατριάρχη Αλεξανδρείας, ὡς φιλικά προσκείμενος σέ αὐτόν. Ὁ Σωκράτης τονίζει ὅτι ὁ Ὀρέστης, ἄν καί δήλωνε χριστιανός μισοῦσε φανατικά τούς ἐπισκόπους καί θεωροῦσε ὅτι ἀσκοῦσαν ἐξουσία καί εἶχαν ἁρμοδιότητες δοσμένες ἀπό τόν αὐτοκράτορα, τίς ὁποῖες δέν ἔπρεπε νά ἔχουν: «ἐμίσει τήν δυναστείαν τῶν ἐπισκόπων, ὅτι παρηροῦντο πολύ τῆς ἐξουσίας τῶν ἐκ βασιλέως ἄρχειν τεταγμένων»[37]. Δέν ἔχανε, λοιπόν, εὐκαιρία νά προσπαθήσει νά ἐκθέσει τόν πατριάρχη Ἀλεξανδρείας στά μάτια τοῦ λαοῦ τῆς Ἀλεξάνδρειας καί νά δημιουργήσει προστριβές μαζί του.

Ὁ Κύριλλος, ὡς ἔξυπνος ἄνθρωπος πού ἦταν, γνώριζε ὅτι ἔπρεπε νά ἔχει καλές σχέσεις μέ τόν Ὀρέστη. Προσπάθησε ἑπομένως πολλές φορές νά συμφιλιωθεῖ μαζί του χωρίς ἀποτέλεσμα. Ἡ ρήξη τους ἔγινε ἀγεφύρωτη, ὅταν ὁ Ὀρέστης στράφηκε ἐναντίον τοῦ Ἱέρακος, ἀνθρώπου τῆς ἐμπιστοσύσης τοῦ Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας καί τοῦ ἐπέβαλε σκληρά μέτρα: «Ἦν δέ ἐν αὐτοῖς τις ἀνήρ ὀνόματι Ἱέραξ͵ ὅς γραμμάτων μέν τῶν πεζῶν διδάσκαλος ἦν͵ διάπυρος δέ ἀκροατής τοῦ ἐπισκόπου Κυρίλλου καθεστώς͵ καί περί τό κρότους ἐν ταῖς διδασκαλίαις αὐτοῦ ἐγείρειν ἦν σπουδαιότατος. Τοῦτον τοίνυν τόν Ἱέρακα τό πλῆθος τῶν Ἰουδαίων ἐν τῷ θεάτρῳ θεασάμενοι κατεβόων εὐθύς, ὡς δι’ οὐδέν ἄλλο παραβάλλει τῷ θεάτρῳ͵ ἡ ἵνα στάσιν τῷ δήμῳ ἐμβάλοι. … ἀρπάσας οὖν τόν Ἱέρακα δημοσίᾳ ἐν τῷ θεάτρω βασάνοις ὑπέβαλλεν»[38]. Τό τελευταῖο αὐτό συμβάν ἔδωσε τήν ἀφορμή νά παραμεριστεῖ τό παραπέτασμα τῆς δήθεν καλῆς συνύπαρξης μεταξύ Ἰουδαίων καί χριστιανῶν, καί νά ἐκδηλωθεῖ τό ἀπέραντο μίσος τῶν Ἰουδαίων γιά τούς τελευταίους. Πολλοί ἀπό αὐτούς φονεύτηκαν ἀπό τούς Ἰουδαίους μέ δόλιο τρόπο. Οἱ Ἰουδαίοι μία νύκτα προκάλεσαν μεγάλες ταραχές διαδίδοντας τή φήμη ὅτι πυρπολοῦνταν ὁ ναός τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου. Τρέχοντας οἱ χριστιανοί νά σώσουν τό ναό ἔπεσαν σέ ἐνέδρα τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι καί φόνευσαν πολλούς. Τότε ἦταν πού ὁ Κύριλλος στράφηκε ἐναντίον τους, ἔχοντας τήν ἄδεια τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄[39]. Ἔκλεισε τίς συναγωγές τους, ὅπως προαναφέρθηκε, πῆρε αὐστηρά μέτρα ἐναντίον τους καί βοηθούμενος ἀπό τό λαό ἀπέλασε τούς Ἰουδαίους ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια δημεύοντας καί τήν περιουσία τῶν πρωτουργῶν τῶν δολοφονιῶν ἔναντι τῶν χριστιανῶν.

Τό μίσος τοῦ ἔπαρχου Ὀρέστη απέναντι στόν Κύριλλο λέγεται ὅτι τό κρατούσε ἄσβεστο καί ἡ Ὑπατία, θυγατέρα τοῦ φιλοσόφου Θέωνος, ποῦ προκαλοῦσε ὅλη τήν προσοχή τῆς πόλεως μέ τή σοφία της. Στό σημείο αὐτό θά πρέπει νά φέρουμε ὡς μαρτυρία τά λόγια τοῦ ἱστορικοῦ Σωκράτους «ἐπειδή γάρ συνετύγχανε συχνότερον τῷ Ὀρέστῃ, διαβολήν τοῦτο ἐκίνησε κατ’ αὐτῆς παρά τῷ τῆς Ἐκκλησίας λαῷ, ὡς ἄρα εἴη αὔτη μή συγχωροῦσα τόν Ὀρέστην εἰς φιλίαν τῷ Ἐπισκόπῳ συμβῆναι»[40]. Οἱ σχέσεις τοῦ Ὀρέστη μέ τόν Κύριλλο εἶχαν κλυδωνιστεῖ στόν ὕψιστο βαθμό. Τό τελικό χτύπημα γιά νά γίνει τό χάσμα ἀγεφύρωτο μεταξύ τοῦ Πατριάρχη καί τοῦ Ἐπαρχου τῆς Ἀλεξάνδρειας ὑπῆρξε ὁ βασανισμός καί ἡ καταδίκη σέ θάνατο ἑνός μοναχού ἀπό τή Νιτρία τοῦ Ἀμμωνίου.

Αὐτός γεμάτος ἀπό τυφλό ζῆλο γιά νά ὑπερασπιστεῖ τόν Πατριάρχη του, μαζί μέ ἄλλους μοναχούς ἐπιτέθηκαν φραστικά στόν Ὀρέστη. Δυστυχῶς ἡ ἐπίθεση δέν ἔμεινε μόνο στά λόγια ἀλλά προέβηκε καί στό χτύπημα τῆς κεφαλής τοῦ Ὀρέστη ἀπό μία πέτρα. Τό αποτέλεσμα ἦταν ἡ σύλληψη, ὁ βασανισμός καί ἡ θανάτωση τοῦ Ἀμμωνίου. Ὁ Κύριλλος πῆρε τό νεκρό σῶμα τοῦ Ἀμμωνίου καί τό ἔθαψε μέ τιμές μάρτυρα. Κάτι πού εξαγρίωσε περισσότερο τον Ὀρέστη: «τοῦ δέ Ἀμμωνίου τό σῶμα ἀναλαβών καί ἐν μίᾳ τωνν ἐκκλησιῶν ἀποθέμενος͵ ὄνομα ἕτερον αῦτώ ἐπιθείς Θαυμάσιον ἐπεκάλεσε͵ καί μάρτυρα χρηματίζειν ἐκέλευσεν͵ ἐγκωμιάζων αὐτοῦ ἐπ’ ἐκκλησίας τό φρόνημα͵ ὡς ἀγώνα ὑπέρ εὐσεβείας ἀνελομένου»[41].

Δυστυχώς αὐτή ἡ διαμάχη μεταξύ Κυρίλλου καί Ἐπαρχου εἶχε καί ἄλλο θύμα ἐκτός τοῦ Ἀμμωνίου. Τυφλωμένος ἀπό τήν οργή ὁ ὄχλος ἀπό μερικούς χριστιανούς μέ πρωτοστάτη τόν ἀναγνώστη Πέτρο κατά τή μαρτυρία του Σωκράτους τοῦ Σχολαστικοῦ[42] επιτέθηκε και σκότωσε την Ὑπατία στις 15 Μαρτίου το 415. Λέγεται ὅτι ὁ ὄχλος εἶχε ἐπηρεαστεῖ ἀπό ἕνα φλογερό κήρυγμα τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου. Δέν κατηγορεῖται ποτέ ἀπό κανένα σύγχρoνό του ὡς ἠθικός αὐτουργός γιά τό φόνο. Ἡ κατηγορία αὐτή τοῦ προσάφθηκε πολύ ἀργότερα ἀπό κάποιους ψευδοϊστορικούς παγανιστές. Χαρακτηριστικά ὁ Δαμάσκιος, δύο αιῶνες ἀργότερα, στό ἔργο του «Ἡ ζωή τοῦ Ἰσιδώρου» κάνει μία ἐκτενῆ ἀναφορά στήν Ὑπατία, τασσόμενος φανερά ὑπέρ της καί κατονομάζοντας εὐθέως τόν χριστιανό ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας Κύριλλο ὡς ὑπεύθυνο γιά τό θάνατό της. Ἀργότερα οἱ νεοπαγανιστές ἄφηναν νά αἰωρεῖται στόν ἀέρα ὅτι ἡ Ὑπατία, ὅταν δολοφονήθηκε ἦταν νέα καί ὡραῖα. Κάτι πού, ὅμως, μέ βάση τίς ἱστορικές πηγές δέν εὐσταθεῖ.

Συγκεκριμένα στή γενικότερη βιβλιογραφία, οἱ χρονολογίες γέννησης ποῦ συναντᾶμε γιά τήν Ὑπατία εἶναι δύο: τό ἔτος 370 καί τά ἔτη 355 μέ 360 μ.Χ. Ἡ χρονολογία 370 προέρχεται ἀπό τήν ἑρμηνεία της φράσης «ἤκμασεν ἐπί τῆς βασιλείας Ἀρκαδίου»[43] τήν ὁποία συναντᾶμε στό λεξικό Σοῦδα καί ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό ἕνα λεξικό γιά τούς Ἕλληνες συγγραφεῖς τοῦ Ἠσύχιου τῆς Μιλήτου, γνωστοῦ ὡς Ἐπιφανοῦς, τό ὁποῖο γράφτηκε τόν 6ο αἰώνα[44]. Ἄν δηλαδή ἡ Ὑπατία εἶχε γεννηθεῖ τό 370, θά βρισκόταν στήν ὡριμότητα της γύρω στό 400, πού ἦταν περίπου τό μέσο τῆς βασιλείας τοῦ Ἀρκαδίου (395-408).

Ἄν καί ἡ χρονολογία 370 συναντᾶται πολύ συχνά, εντούτοις «ἀρκετές ἐνδείξεις ἀπό άλλες πηγές μᾶς ὁδηγοῦν νά τοποθετήσουμε τή γέννηση της νωρίτερα»[45]. Συγκεκριμένα, ὁ Ἰωάννης Μαλάλας (491-578) ἀναφέρεται στήν ἠλικία τῆς Ὑπατίας μέ τήν ἔκφραση «ἦν δέ παλαιά γυνή»[46] καί φαίνεται νά «ὑποστηρίζει μέ πειστικότητα ὅτι, τήν ἐποχή τοῦ φρικτοῦ θανάτου της, ἡ Ὑπατία ἦταν ἀρκετά ἠλικιωμένη», ὁπότε, «βασιζόμενοι στό Μαλάλα, ὁρισμένοι μελετητές ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ φιλόσοφος – μαθηματικός γεννήθηκε γύρω στό 355 καί ἦταν περίπου 60 ἐτῶν ὅταν πέθανε, δηλαδή γριά»[47]. Επιπλέον, συχνά στή βιβλιογραφία ἡ βασιλεία τοῦ Ἀρκαδίου προσδιορίζεται χρονικά στά έτη 383-408[48], καθώς ὁ Αρκάδιος ἔλαβε τόν αὐτοκρατορικό τίτλο τοῦ Αυγούστου τό ἔτος 383 καί «συνεπῶς, ἡ βασιλεία του πρέπει νά ὑπολογιστεῖ ἀπό αυτή τή χρονολογία καί ὄχι ἀπό τό 395, ὁπότε πέθανε ὁ πατέρας του, Θεοδόσιος Α΄»[49].

Σημαντικό μερίδιο εὐθύνης στή δολοφονία τῆς φιλοσόφου εἶχαν καί οἱ «παραβαλανεῖς», οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσαν ἰδιαίτερη ὀργάνωση, ἀσχολούμενοι μέ ἔργα φιλανθρωπίας καί παρέμειναν κοντά στό ἐκκλησιαστικό βαλανεῖο, ἀπό ὅπου πῆραν καί τό ὄνομά τους[50]. Ὁ ἱστορικός Σωκράτης σημειώνει ὅτι ἦταν ἐπιρρεπεῖς σέ κοινωνικές ἀναταραχές, «ὁ τῶν Ἀλεξανδρέων δῆμος πλέον τῶν ἄλλων δήμων χαίρει ταῖς στάσεσι· εἰ δέ πότε καί προφάσεως λάβηται εἰς ἀφόρητα καταστρέφει κακά· δίχα γάρ αἵματος παύεται τῆς ὁρμῆς»[51]. Ἡ γενικότερη στάση τους δικαιολογεῖ τό νόμο πού ἐκδόθηκε περί τῶν κληρικῶν καί τῶν «παραβαλάνων» τῆς Ἀλεξάνδρειας στίς 28 Σεπτεμβρίου 416 ἀπό τόν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο Β’. Οἱ «παραβαλάνοι»[52], ἦταν ἕνα εἰδικό σῶμα 500 ἀνδρῶν, τό ὁποῖο ἦταν κάτω ἀπό τίς ἐντολές τοῦ ἑκάστου ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας. Ὑπήχθησαν, ὅμως, διά τοῦ αὐτοῦ νόμου ὑπό τήν δικαιοδοσία τοῦ ἔπαρχου Ἀλεξανδρείας. Ὡς δικαιολογία τῆς μεταβολῆς αὐτῆς ὑπῆρξε ὅτι τό σῶμα αὐτό ἐνέσπειρε τόν τρόμο καί τήν φρίκη στήν Ἀλεξάνδρεια διά τῶν ἀταξιῶν αὐτοῦ, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Πατριάρχη. Ὁ λαός τῆς Ἀλεξάνδρειας ζήτησε ἀπό τόν αὐτοκράτορα στέλνοντας του πρεσβεία νά λάβει τά μέτρα του κατά τῶν παραβαλάνων. Ἀντίθετα πουθενά δέν ἀναφέρεται ὅτι κατηγόρησαν τόν Πατριάρχη τους γιά τίς ταραχές πού γίνονταν ἀλλά οὔτε καί γιά τό φόνο τῆς Ὑπατίας. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ἀπουσίαζε ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια τήν περίοδο τοῦ φόνου.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ὁ Κύριλλος ἦταν ἄξιος διάδοχος τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου. Προσπάθησε μέ κάθε τρόπο νά φέρει τήν εἰρήνη ἀνάμεσα στό λαό τῆς Ἀλεξάνδρειας. Αὐτό, ὅμως, δέν τόν ἔκανε δουλοπρεπῆ ἀπέναντι στήν πολιτική ἐξουσία, ἀντίθετα δέ δίστασε νά ὑψώσει τή φωνή του, ὅταν ἔβλεπε ὅτι ἀπειλοῦνταν τά συμφέροντα τῆς Ἐκκλησίας ἀλλά καί τῶν χριστιανῶν τῆς Ἀλεξάνδρειας. Τό ἔργο καί ἡ φήμη του γρήγορα ἀπλώθηκαν σέ ὁλόκληρη τήν αὐτοκρατορία. Ἡ αγάπη του γιά τήν Ἐκκλησία ἦταν ἡ ἀσπίδα του ἐναντίον ὁποιασδήποτε ἀπειλῆς ἀπ’ ὅπου αὐτή καί ἄν προερχόταν. Ἔτσι ἀγωνίστηκε μέ πάθος στα μετέπειτα χρόνια γιά την καταδίκη τῆς κακοδοξίας του Νεστορίου. Τό ὄνομά του διασύρθηκε και σπιλώθηκε η φήμη του ἀπό τήν προσπάθεια των νεοπαγανιστῶν. Αὐτοί προσπαθώντας νά ἀμαυρώσουν τήν εἰκόνα του Χριστιανισμοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του χρέωσαν στόν Κύριλλο τό θάνατο τῆς Ὑπατίας, τῆς φιλοσόφου –Μαθηματικοῦ. Φυσικά πάνω σέ αὐτόν τόν μύθο, πού δέν ἔχει κανένα ἱστορικό ἔρεισμα, οἱ ἄθεοι καί οἱ εἰδωλολάτρες νομίζουν ὅτι βάλλουν τήν Ἐκκλησία. Ἀλήθεια, γιατί δέ λένε πόσοι σπουδαῖοι χριστιανοί, σοφοί καί ἐπιστήμονες, θυσιάστηκαν ἀπό τούς εἰδωλολάτρες μέ βάση ἱστορικά στοιχεῖα καί ὄχι μέ μυθεύματα;

Ἀναμφισβήτητο εἶναι ὅτι ὁ Ἅγιος Κύριλλος δέν εἶχε τήν παραμικρή σχέση μέ τήν Ὑπατία καί ὑπῆρξε Ἱεράρχης -Ἡγέτης, πού πάντα χρειάζεται ἡ Ἐκκλησία του Χριστοῦ μας.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αρτέμη, Ε., «Τό μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως σέ δύο διαλόγους, «Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς» καί «Ὅτι εἷς ὁ Χριστός», τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας», μ.δ., Ἐκκλησιαστικός Φάρος, τ. ΟΕ (2004), 145-277.

Βαφείδου, Φ., Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, Κωνσταντινούπολις 1884.

Beck, H. G., Ἱστορία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στή Βυζαντινή Αὐτοκρατορία, (μτφρ ἀπό τά γερμανικά Ἐλ. Ἀναγνώστου), ἐκδ. Ἱστορικές Στ. Δ. Βασιλόπουλος, Ἀθήνα 2004.

Bury, J. B., History of the Later Roman Empire from Arcadius to Irene (395-800), London 1889.

Χρήστου, Π.Κ., Ελληνική Πατρολογία Δ, Θεσσαλονίκη 1989.

Χριστοφιλοπούλου, Αικ., Βυζαντινή ΄Ιστορία Α, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 19964.

Cross F. L., The Study of St. Athanasius, Oxford 1945.

Φειδά, Βλ., Εκκλησιαστική Ιστορία A, Αθήναι 1992.

Gauche, W., Didymus the Blind; an Educator of the 4th century, Washington 1934.

Κρικώνη, Χρ., «Κύριλλος Αλεξανδρείας και η Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ Θεολογικού Συνεδρίου με θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999.

Μουτσούλα, Ηλ., «Αλεξανδρινοί Συγγραφείς Δ αι. Α΄ Σεραπίων Θμούεως. Β΄ Δίδυμος ο Αλεξανδρεύς», ανάτυπο, Αθήνα 1971, σσ. 17-51.

Παπαδοπούλου, Σ., «Ο Άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας, σταθμός μέγας εν τη θεολογία της Εκκλησίας», ανάτυπο εκ της Θεολογίας (1974), σσ. 102-128.

Του ιδίου, Πατρολογία Α, Β, Αθήνα 19912, 1990.

Του ιδίου, Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, Αθήνα 2004.

Παπαδοπούλου, Χρ., Ιστορία της Εκκλησίας Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρεια 1933.

Του ιδίου, Ιστορία της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρεια 1933.

Σκουτέρη, Κ., Ιστορία Δογμάτων 1, 2, Αθήνα 1998, 2004.

The international cyclopaedia – a compendium of human Knowledge, revised with large additions, vol. IV, Χ, New York 1899.

Θεοδώρου, Α., Η Χριστολογική Ορολογία και Διδασκαλία του Κυρίλλου Αλεξανδρείας και Θεοδωρήτου Κύρου, Αθήνα 1955.

 


[1] Π. Κ. Χρήστου, λληνική Πατρολογία, Δ΄, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 339.

[2] J. A. Mcguckin, Saint Cyril of Alexandria the christological controversy. Its history, theology and texts, N. York 1994, p.1.

[3] Mansi, V, 725.

[4] Βλ. σχετικά Κ. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων 2, Ἀθήνα 2004, σ. 231 -258. Συναφῶς βλ. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β, Ἀθήνα 1990, σσ. 666-682. Ἠλ. Μουτσούλα, «Ἀλεξανδρινοί Συγγραφεῖς Δ αἰ. Α΄ Σεραπίων Θμούεως. Β΄ Δίδυμος ὁ Ἀλεξανδρεύς», ἀνάτυπο, Ἀθήνα 1971, σ. 17-51. W. Gauche, Didymus the Blind; an Educator of the 4th century, Washington 1934.

[5] Ἡ ἐπιστολή τοῦ ἱεροῦ Κυρίλλου (λατινιστί), στόν τόμο 77 τῆς PG (389-390) ἡ ὁποία ἀπευθύνεται στήν Ὑπατία καί τῆς ἐκθέτει τά προβλήματα πού ἔχουν προκύψει ἀπό τή διένεξη τοῦ Νεστορίου μέ τόν Κύριλλο εἶναι νόθα. Ἐξάλλου ὁ Κύριλλος δέν θά μιλοῦσε ἀναλυτικά γιά ἕνα δογματικό θέμα, ὅπως τό Χριστολογικό, σέ κάποιον πού δέν ἦταν μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἀφοῦ θά ἦταν ἀδύνατο νά κατανοήσει κάποιος θέματα δογματικῆς διδασκαλίας χωρίς νά ἔχει τό κατάλληλο θεολογικό ὑπόβαθρο. Πρβλ. Χρ. Παπαδοπούλου, γιος Κύριλλος λεξανδρείας, Ἀλεξάνδρεια 1933, σ. 264 -266.

[6] Βλ. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β, Ἀθήνα 1990, σ. 263-326. Τοῦ ἰδίου, «Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος Ἀλεξανδρείας, σταθμός μέγας ἐν τῇ θεολογίᾳ τῆς Ἐκκλησίας», νάτυπο κ τς Θεολογίας (1974), σ. 102-128. F. L. Cross, The Study of St. Athanasius, Oxford 1945. Κ. Σκουτέρη, στορία Δογμάτων 2ος , Ἀθήνα 2004, σ. 179-222.

[7] Βλ. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β, Ἀθήνα 1990, σ. 355-407, 475-529, 590-632, 637-642.

[8] Π.Κ. Χρήστου, Ἑλληνική Πατρολογία, Δ, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 340 κ. ἑ.

[9] Αὐτόθι.

[10] Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ. 240

[11] Οἱ Νοβατιανοί κάνουν τήν ἐμφάνισή τους, ὡς σχισματικοί τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας κατά τούς χρόνους τοῦ διωγμοῦ τού Δεκίου (249 – 250 μ.Χ.). Ἱδρυτής τοῦ κινήματος ὑπῆρξε ὁ Νοβατιανός ἤ Νοουτιανός, λατινιστί Novatianus. Αὐτός τό 251, ἀπογοητευμένος ἀπό τήν ἐκλογή τοῦ Κορνηλίου στό θρόνο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, προσχώρησε στήν αὐστηρή παράταξη ἡ ὁποία ἦταν ἀντίθετη μέ τίς παραχωρήσεις πρός αὐτούς πού ἀκολουθοῦσαν ἔναντι τῶν παγανιστικῶν συνηθειῶν συμβιβαστική γραμμή. Ὁ Νοβατιανός παρουσίασε δογματικές ἀποκλίσεις. Θεωροῦσε τόν Υἱό ὑποταγμένο στόν Πατέρα. Πολλοί τόν χαρακτήρισαν πρόδρομο τοῦ Ἀρειανισμοῦ. Τέλος ἔδειξε ἄκαμπτη καί σέ τελευταία ἀνάλυση ἀντιεκκλησιαστική στάση ἔναντι τῶν πεπτοκότων». Πρβλ. Κ. Β. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων, 1ος , Ἀθήνα 1998, σ. 335-338. Σχετικά μάλιστα μέ τούς Νοβατιανούς ἕνας ἐκπρόσωπός τους ὁ ἱστορικός Σωκράτης γράφει: «Εὐθέως οὖν Κύριλλος τάς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Ναυατιανῶν ἐκκλησίας ἀποκλείσας, πάντα μέν τά ἱερά κειμήλια ἔλαβε, τό δέ ἐπίσκοπον αῦτῶν Θεόπεμπτον, πάντων ὦν εἶχε ἀφείλετο» Σωκράτους Σχολαστικού, κκλησιαστική στορία 7,7 PG 67, 752A.

[12] Π. Κ. Χρήστου, Ἑλληνική Πατρολογία, Δ΄, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 341.

[13] Ἡ ἀλλαγή τῆς στάσεως τοῦ Κυρίλλου ἔναντι τοῦ πρώην πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμου, γίνεται ἐμφανής στή διήγηση τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, ἡ ὁποία στηρίζεται σέ παραλλαγή τοῦ ἀποσπάσματος τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας τοῦ Νικηφόρου Καλλίστου. Πρβλ. Νικηφόρου Καλλίστου τοῦ Ξανθοπούλου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, XIV, ΚΗ, PG 146, 1149D-1152Α. Συναφῶς πρβλ. Γεωργίου Κεδρηνοῦ, Σύνοψις Ἱστοριῶν, PG 121, 625BC. Βλ. Ἀθ. Παρίου, Ἐπιτομή εἴτε συλλογή τῶν θείων τῆς πίστεως δογμάτων, Λειψία 1806, σ. 312. Ὁ Ἀθανάσιος Πάριος ἀναφέρει ὅτι ὁ Κύριλλος, ἔπειτα ἀπό τήν ἀνάγνωση τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Ἰσιδώρου, ἀναγνώρισε τό σφάλμα του ἔναντι τοῦ Χρυσοστόμου καί προσπάθησε νά τό διορθώσει. Συγχρόνως μέ τίς νουθεσίες τοῦ Ἰσιδώρου, εἶδε μία ὀπτασία μέ ἁγίους ἄνδρες τῆς Π. καί τῆς ΚΔ. Εἰδικότερα, εἶδε ἕνα ναό στόν ὁποῖο παρευρισκόταν ἕνα πλῆθος ἀγγέλων πού ἐξυμνοῦσαν τήν Παναγία. Κοντά στήν Παναγία στεκόταν ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος ἐμπόδιζε τόν Κύριλλο νά πάει νά τήν προσκυνήσει. Τότε ἄκουσε τήν Παναγία νά προτρέπει τόν Ἰωάννη νά συγχωρέσει τόν Κύριλλο γιά τή στάση πού κράτησε ἐναντίον του, διότι αὐτή ὀφειλόταν σέ ἄγνοια καί ὄχι σέ κακή προαίρεση. Ἐκεῖνος παρά ταὖτα ἀρνιόταν νά τοῦ δώσει συγχώρεση. Τότε ἡ Παναγία εἶπε στόν Ἰωάννη ὅτι ἔπρεπε νά τόν συγχωρέσει γιά χάρη Της. Ἄλλωστε ὁ Κύριλλος καταπολέμησε τήν κακοδοξία τοῦ Νεστορίου καί ἀνακήρυξε τήν Παναγία ὡς Θεοτόκο σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Αὐτό γλύκανε τήν ψυχή τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος ἔσκυψε καί τόν ἀγκάλιασε. Ὕστερα ἀπό τήν αὐτήν τήν ὀπτασία, ὁ Κύριλλος συγκάλεσε ὅλους τούς Ἐπισκόπους τῆς Αἰγύπτου, διοργανώνοντας ἑορτή καί πανήγυρη μεγάλη. Στή συνέχεια ἀνέγραψε στά Δίπτυχα τό ὄνομα τοῦ Ἰωάννου.

[14] G. Bardy, «Cyrille Alexandrie», Catholicisme, hier, aujourd’ hui, demain. Encyclopédie en sept volumes, dirigée par G. Jacquement du clergé de Paris, tome III, Paris 1989, col. 408.

[15] Π. Κ. Χρήστου, Ἑλληνική Πατρολογία, Δ΄, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 342.

[16] Χ. Παπαδοπούλου, Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Ἀλεξάνδρεια 1933, σ.112.

[17] «Ὁ Νεστόριος γεννήθηκε στή Γερμανικεία τῆς Συρίας. Ὑπῆρξε μαθητής τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας. Τό 428 ἐκλέχθηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα, Θεοδόσιο Β΄, πατριάρχης Κωνσταντινοπόλεως. Ὁ Νεστόριος ἀποκαλοῦσε τή μητέρα τοῦ Χριστοῦ ὄχι Θεοτόκο, ἀλλά Χριστοτόκο, γιατί ὑποστήριζε ὅτι ὁ Θεός δέν μποροῦσε νά εῖχε μητέρα καί ὅτι κανένα κτιστό ὄν δέ θά μποροῦσε νά γεννήσει τό Θεό». The international cyclopaedia– a compendium of human Knowledge revised with large additions, V. X, N. York 1899, p. 409-410.

[18] «Ὁ Θεόδωρος ἐπίσκοπος Μοψουεστίας (392-428), κύριος ἐκπρόσωπος τῆς Χριστολογικῆς αὐτῆς τάσεως τῆς Ἀντιοχειανῆς Σχολῆς καί κατά τόν Κύριλλο ὑπῆρξε ὁ πατήρ τοῦ Νεστοριανισμοῦ, ὑποστηρίζοντας τά «περί ὑπάρξεως ἐν Χριστῷ δύο προσώπων». Ὁ Θεόδωρος σχετικά δίδασκε, «τελείαν τήν φύσιν τοῦ Θεοῦ φαμέν καί τέλειον πρόσωπον, τελείαν δέ καί τήν τοῦ ἀνθρώπου φύσιν καί τό πρόσωπον ὁμοίως». Ἀλλά προσπαθώντας νά συγκαλύψει τή διδασκαλίαν του αὐτήν περί δύο προσώπων, ἔκανε λόγον περί ἑνός προσώπου ἀνακολούθως λέγοντας, «ὅταν ἐπί τήν συνάφειαν ἀπίδωμεν, ἕν πρόσωπον τότε φαμέν. Καί ὥστε κἀνταῦθα ὅταν μέν τάς φύσεις διακρίνειν πειρώμεθα, τέλειον τό πρόσωπον φαμέν εῖναι τό τοῦ ἀνθρώπου, τέλειον δέ καί τό τῆς θεότητος. Ὅταν δέ πρός ἕνωσιν ἀποβλέψωμεν, τότε ἕν εἶναι τό πρόσωπον ἄμφω τάς φύσεις κηρύττομεν» PG 66, 981BC. Πρβλ. Χ. Θ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική του διδασκαλία», Πρακτικά ΙΘ΄ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα ὁ ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Ἱερά Μητρόπολις Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 225. Συναφῶς βλ. Β. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, Ἀθῆναι 1959, σ. 194 κ.ἑ.

[19] «Ὁ διαφιλονικούμενος ὅρος «Θεοτόκος» ἦταν εὐρέως ἀποδεκτός στήν Ἀλεξανδρινή Σχολή. Ἦταν συνέπεια τῆς ἀντιδόσεως τῶν ἰδιωμάτων –communicatio idiomatum, καί ἐξέφραζε τήν ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἑνώθηκε μέ τό θεῖο Λόγο. Δίκαια ὁ ἐνσαρκωμένος ὀνομαζόταν Θεός». J. N. Kelly, Early Christian Doctrines, N. York 19855, p. 311.

[20] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Κατά τῶν Νεστορίου δυσφημιῶν, Α΄, PG 76, 25A-28D, 172-77, 120. Συναφῶς πρβλ. Ἀ. Θεοδώρου, Ἡ χριστολογική ὁρολογία καί διδασκαλία Κυρίλλου ἀλεξανδρείας καί Θεοδωρήτου Κύρου, δ.δ, Ἀθῆναι 1955, σ. 31.

[21] Αὐτόθι, σ. 311.

[22] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἑόρτιος ἐπιστολή, VIII, ΣΤ’, SC 392, 553 (=PG 77, 553C).

[23] «Ὁ ἱστορικός τῆς ἐποχῆς, Σωκράτης, καλεῖ τό Νεστόριο περήφανο καί συγχρόνως ἀνίδεο ἄνθρωπο, τοῦ ὁποίου ἡ ἀδιαμφισβήτητη ρητορική ἱκανότητα ἦταν καλυμμένη ἀπό τήν ἀδυναμία τῆς μή ὑπάρξεως ὀξείας σκέψεως». Πρβλ. Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, 7: 29, 32.

[24] Στήν Ἀντιόχεια ἕνεκα τῆς ὑπάρξεως πολλῶν Ἰουδαίων, πού πολεμοῦσαν τό χριστιανισμό μέ τή γραμματική καί ἱστορική ἑρμηνεία τῆς Γραφῆς, υἱοθετήθηκε ἡ μέθοδος τῆς ἱστορικογραμματικῆς ἑρμηνείας. Ἔπειτα χρησιμοποιοῦσαν τή Λογική τοῦ Ἀριστοτέλη, μέ τήν ὁποία προσπαθοῦσαν νά ἐξηγήσουν τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Μέ βάση τήν Ἀριστοτελική ἀρχή ὅτι δύο τέλεια δέν μποροῦν νά γίνουν ἕνα (Μεταφυσικά 1039α: 9-10), θεωροῦσαν ἀγεφύρωτο τό χάσμα μεταξύ Θεοῦ καί κτιστοῦ, ὥστε νά εἶναι ἀδύνατη ἡ λύση τῆς ἑνότητας τῶν φύσεων στό Χριστό. Στ. Γ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β΄, Ἀθήνα 1990, σ. 566-574.

[25] Οἱ ἀντιθέσεις μεταξύ τῶν δύο σχολῶν ὀφείλονται κυρίως στό διαφορετικό τρόπο ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἀπό πλευρᾶς θεολογικῆς μεθόδου, ἡ Ἀλεξάνδρεια εἶναι συνώνυμη μέ τήν ἀλληγορία. Ἡ ἀλληγορία, ἐκ τοῦ ἄλλα ἀγορεύειν˙ ὑπῆρξε τρόπος θεολογικῆς ἐκφορᾶς. Μέ τήν ἀλληγορία ἡ θεολογική διατύπωση ὑποκρύπτει κάποιο βαθύτερο λόγο. Στήν Ἀλεξανδρινή παράδοση ἡ ἀλληγορική μέθοδος ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀποτελοῦσε κανόνα. Κατά τήν Ἀλεξανδρινή σχολή κάθε χωρίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὑπέκρυπτε κάποιο βαθύτερο ἀλληγορικό νόημα, τό ὁποῖο ὁ σοφός ἐξηγητής εἶχε ὑποχρέωση νά ἀναζητήσει… Ἡ Ἀλεξανδρινή παράδοση εἶχε μάλιστα σέ τέτοια ἐκτίμηση τήν Ἀλληγορική ἑρμηνεία, ὥστε ἀπέκλειε σχεδόν καθ’ ὁλοκληρίαν κάθε προσπάθειας ἑρμηνείας τῶν ἱερῶν κειμένων. Οἱ Ἀλεξανδρινοί πίστευαν ὅτι μόνο μέ τήν ἀλληγορική προσέγγιση μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά κατανοήσει ὅτι ὁ Θεός, πού ἀσφαλῶς χρησιμοποιεῖ κατηγορίες εἰλημμένες ἀπό τήν ἀνθρώπινη πραγματικότητα, δίνει μέ τόν τρόπο αὐτό μηνύματα πνευματικά. Κ. Β. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων, 1ος , Ἀθήνα 1998, σ. 519, 520, 521. 

[26] Π. Κ. Χρήστου, Ἑλληνική Πατρολογία, Δ΄, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 343-344.

[27] Βλ. Ἰ. Φειδᾶ, κκλησιαστική στορία, Α΄, Ἀθῆναι 1992, σ. 612.

[28] Αὐτόθι.

[29] Κυρίλλου, Ἐπιστ. 40 – Πρός Ἀκάκιον ἐπίσκοπον Μελιτηνῆς, ACO, τ. 1, Ι, 4, σ. 3012-16 (=PG 77, 200C).

[30] Βλ. Ἰ. Φειδᾶ, κκλησιαστική στορία, Α΄, Ἀθῆναι 1992, σ. 618.

[31] Κυρίλλου, Ἐπιστολή πρός Ἰωάννην Ἀντιοχείας, Ἐπιστ. 39 (34) Πρός Ιωάννην Ἀντιοχείας, PG 77, 176CD-177A: Τό κείμενο τοῦ Ὅρου τῶν Διαλλαγῶν ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὁμολογοῦμεν τοιγαροῦν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν Μονογενῆ, Θεὸν τέλειον καὶ ἄνθρωπον τέλειον, ἐκ ψυχῆς καὶ λογικῆς καὶ σώματος, πρὸ αἰώνων μὲν ἐκ τοῦ Πατρός γεννηθέντα κατὰ τὴν θεότητα, ἐπ᾽ ἐσχάτων δὲ τῶν ἡμερῶν τὸν αὐτόν, δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, ἐκ Μαρίας τῆς Παρθένου κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί τὸν αὐτὸν κατὰ τὴν θεότητα καὶ ὁμοούσιον ἡμῖν κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Δύο γὰρ φύσεων ἕνωσις γέγονε, διὸ ἕνα Χριστόν, ἕνα Υἱόν, ἕνα Κύριον ὁμολογοῦμεν. Κατά ταύτην τὴν τῆς ἀσυγχύτου ἑνώσεως ἔννοιαν ὁμολογοῦμεν τὴν ἁγίαν παρθένον Θεοτόκον, διὰ τὸ τὸν Θεὸν Λόγον σαρκωθῆναι καὶ ἐνανθρωπῆσαι καί ἐξ αὐτῆς τῆς συλλήψεως ἑνῶσαι ἑαυτῷ τὸν ἐξ αὐτῆς ληφθέντα ναόν. Τὰς εὐαγγελικὰς καὶ ἀποστολικὰς περὶ τοῦ Κυρίου φωνάς, ἴσμεν τοὺς θεολόγους ἄνδρας τὰς μέν κοινοποιοῦντας ὡς ἐφ̉ ἑνὸς προσώπου, τὰς δὲ διαιροῦντας ὡς ἐπί δύο φύσεων· καὶ τὰς μὲν θεοπρεπεῖς κατὰ τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, τὰς δὲ ταπεινάς κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα αὐτοῦ παραδίδοντας».

[32] Βλ. Ἰ. Φειδᾶ, κκλησιαστική στορία, Α΄, Ἀθῆναι 1992, σ. 534.

[33] J. A. Mcguckin, Saint Cyril of Alexandria the christological controversy. Its history, theology and texts, N. York 1994, p. 227.

[34] Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ΄ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ. 241.

[35] Πρβλ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, μιλία 3, PG 77, 1105Α. Συναφῶς βλ. Σωφρονίου Ἱεροσολύμων, Τό ἐγκώμιον ες τούς γίους Κρον καί ωάννην, PG 87, 3, 3409-3412: «Δαίμων ἀκάθαρτος ἐπεφαίνετο ἐν εἴδει θηλείας ποιῶν φαντασίας πολλάς καί μαντείας δοκῶν λέγειν, μηδέν ἐχούσας ἀληθές καί ἐπιταγάς τινων φαρμάκων τερατευόμενος, μηδέ παντάπασιν ὠφελῶν, ἀλλά τούτοις εἰς ἀπώλειαν ἐφελκόμενος… πολλούς τό εἰδεχθές τοῦτο δαιμόνιον ταῖς ἀπάταις παρέσυρε καί προσκαλεῖσθαι αὐτοῦ τῷ βωμῷ ἐλπίδι ρήσεως ἤ προφητείας ἀνέπειθεν οὐ μόνον ἀπιστοῦσι καί πάντη τούς αὐτοῦ προσκειμένους κελεύσμασιν ἀλλά καί πιστούς τοῦ Χριστοῦ σύμβολα φέροντες».

[36] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἑορταστική Ὁμιλία 1Ε, PG 77, 417-424, 513, 516, 529, 853, 586, 860-873, 896-901, 1057-1060.

[37] Σωκράτους Σχολαστικοῦ, κκλησιαστική στορία 7, 7, 13, PG 67, 764A.

[38] Αὐτόθι, 7,13-34. PG 67, 761C-764C.

[39] Χρ. Παπαδοπούλου, Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Ἀλεξάνδρεια 1933, σ. 279.

[40] Σωκράτους Σχολαστικοῦ, κκλησιαστική στορία 7, 15, PG 67, 768. Πρβλ. Νικηφόρου Καλλίστου, κκλησιαστική στορία 14, 16. PG 146, 1105C-1108B.

[41] Αὐτόθι, 14, 24-28. PG 67, 773.

[42] Σωκράτους Σχολαστικοῦ, κκλησιαστική στορία 7, 15, PG 67, 761Α

[43] Ι., Bekkeri, Suidae Lexicon, Berolini 1854, σ. 1069.

[44] Μ. Dzielska, Ὑπατία η Αλεξανδρινή, Ἑνάλιος, Ἀθήνα 1997 σ. 130.

[45] Αὐτόθι.

[46] Ἰωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, PG 97,536Α.

[47] M. Dzielska, Ὑπατία η Αλεξανδρινή, Ενάλιος, Αθήνα 1997, σελ. 188.

[48] F. Graf, Εισαγωγή στην Αρχαιογνωσία, Β΄, Ρώμη, 2η ἔκδ., Παπαδήμας, Αθήνα 2001, σ. 474

[49] Μ. Dzielska, Ὑπατία η Αλεξανδρινή, Ἑνάλιος, Ἀθήνα 1997 σ. 188.

[50] Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ. 244.

[51] Σωκράτους Σχολαστικοῦ, κκλησιαστική στορία 7, 15. PG 76, 761A.

[52] Βλ. Σ. Παπαδοπούλου, γιος Κύριλλος λεξανδρείας, Ἀθήνα 2004, σ. 32-38, 144-142, 154-157, 166-172, 184-190, 339-351. The international cyclopaedia – a compendium of human knowledge revised with large additions, vol. X, New York 1899, p. 409- 410.

 

Δρ. ΕΙΡΗΝΗΣ ΑΡΤΕΜΗ.Θεολόγος –Φιλόλογος. Εισήγηση στό Γ΄ Αντιαιρετικό σεμινάριο Ι.Μ. Κηφισίας,