ΕΡΕΥΝΑ

Θιβέτ: Ο Μάντης του κράτους

Το παρά κάτω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο που έγραψε ο Harrer με τίτλο «Επτά χρόνια στο Θιβέτ».

Ένας  Γερμανός, ο Heinrich Harrer, μαζί με έναν φίλο του, γύρω στο 1940 βρέθηκαν στο Θιβέτ.

Μετά από πολλές περιπέτειες έφτασαν στη Λάσα, πρωτεύουσα του θεοκρατικού Βουδιστικού κράτους, όπου έγιναν αποδεκτοί από  την κυρίαρχη ανώτερη τάξη και έζησαν εκεί για επτά ολόκληρα χρόνια. Ο Harrer  μάλιστα έγινε και δάσκαλος του Δαλάι Λάμα, που θεωρείται ενσάρκωση του Βούδα και είναι ο απόλυτος πνευματικός, θρησκευτικός και κοσμικός  άρχοντας του βουδιστικού κράτους. Η απόλυτη «θεία» εξουσία. Το παρά κάτω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο που έγραψε ο  Harrer  με τίτλο «Επτά χρόνια στο Θιβέτ».

O μάντης του Κράτους

Όπως ο λαός ζητά από τους Λάμα συμβουλή και βοήθεια για τα καθημερινά του προβλήματα, έτσι και η κυβέρνηση συμβουλεύεται το μάντη του κράτους πριν από μεγάλες αποφάσεις. Παρακάλεσα κάποτε το φίλο μου Βαντγκίλα να με πάρει μαζί του σε μια επίσημη τελετή υποβολής και νωρίς το πρωί καλπάσαμε προς το μοναστήρι Νετσούνγκ. Το αξίωμα του κρατικού μάντη κατείχε τότε ένας δεκαεννιάχρονος μοναχός. Καταγόταν από απλή οικογένεια, αλλά είχε ήδη προκαλέσει ζωηρή εντύπωση με τις πνευματικές του ικανότητες. Αν και η εμπει­ρία του δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο αυτή του προκατόχου του, που είχε συνεργήσει στην ανακάλυψη του Δαλάι Λάμα, ωστόσο περίμεναν πολ­λά απ’ αυτόν. Συχνά αναρωτιόμουν, αν ήταν μόνο η φοβερή ικανότητα συγκέντρωσης, με την οποία έπεφτε σε κατάσταση έκστασης μπροστά σε τόσους ανθρώπους και τόσο γρήγορα ή αν χρησιμοποιούσε ναρκωτι­κά ή άλλα φάρμακα.

Για να λειτουργήσει ως μάντης ο μοναχός, πρέπει να διαχωρίσει το πνεύμα του από το σώμα, ώστε ο θεός του ναού να τον καταλάβει και να μιλήσει με το στόμα του. Αυτή είναι η πεποίθηση των Θιβετιανών, ακόμη και ο Βαντγκίλα το πίστευε ακράδαντα.

Με τέτοιες συζητήσεις διανύσαμε οκτώ χιλιόμετρα ως το μοναστήρι Νετσούνγκ. Από το ναό ακούγεται μια υπόκωφη, κακόηχη μουσική. Μπαίνουμε μέσα – το θέαμα είναι τρομακτικό! Από τους τοίχους μας μορφάζουν βλοσυρές μάσκες και νεκροκεφαλές, η ατμόσφαιρα, βαρειά από το λιβάνι, μας πιέζει το στήθος. Τη στιγμή αυτή ο μοναχός οδηγείται από το δωμάτιό του στη ζοφερή αίθουσα του ναού. Στο στήθος του κρέμεται ένας στρογγυλός μεταλλικός καθρέφτης· οι υπηρέτες τον τυλίγουν με πολύχρωμους μεταξωτούς μανδύες και τον οδηγούν στο θρόνο του.

Έπειτα όλοι απομακρύνονται. Εκτός από την υπόκωφη, εξορκιστική μουσική τίποτε άλλο δεν ακούγεται. Το μέντιουμ αρχίζει την αυτοσυγκέντρωσή του. Τον παρακολουθώ με προσοχή, δεν παίρνω τα μάτια μου από πάνω του. Δε μου ξεφεύγει ούτε η ελάχιστη σύσπα­ση των χαρακτηριστικών του. Σιγά-σιγά η ζωή μοιάζει να φεύγει από μέσα του. Τώρα μένει ακίνητος, το πρόσωπό του είναι μια ανέκφραστη μάσκα. Ξάφνου το σώμα του τραντάζεται σαν κεραυνοβολημένο.

Ένας ψίθυρος διαπερνά το χώρο: ο «θεός» τον έχει κυριεύσει. Το μέντιουμ τρέ­μει όλο και περισσότερο, ιδρώτας σταλάζει απ’ το μέτωπό του.

Οι υπη­ρέτες του πλησιάζουν και του φορούν ένα μεγάλο, φανταστικό διάδημα. Είναι τόσο βαρύ, που πρέπει να το κρατούν δύο άντρες καθώς το τοποθετούν και το λιπόσαρκο κορμί του μονάχου, κάτω από το βάρος της τιάρας, βουλιάζει ακόμη βαθύτερα στο θρόνο. Δεν είναι παράξενο που τα μέντιουμ δε ζουν πολύ, σκέφτομαι. Η φοβερή σωματική και πνευματική δοκιμασία κατατρώγει τις δυνάμεις τους.

Η τρεμούλα δυναμώνει, το βαρυφορτωμένο κεφάλι ταλαντεύεται πέρα-δώθε, τα μάτια πετάγονται από τις κόγχες τους. Το πρόσωπο έχει φουσκώσει κι έχει πάρει ένα αφύσικο κόκκινο χρώμα. Σφυρίγματα βγαί­νουν μέσα από τα δόντια. Ξαφνικά το μέντιουμ σηκώνεται – οι υπηρέτες τρέχουν να το βοηθήσουν, αυτό τους ξεφεύγει και ο νεαρός μοναχός αρχί­ζει έναν εκστατικό χορό στον ήχο των όμποε. Οι αναστεναγμοί και το τρίξιμο των δοντιών του είναι οι μοναδικοί ανθρώπινοι ήχοι στο ναό.

Τώ­ρα αρχίζει να χτυπά τη γυαλιστερή πινακίδα στο στήθος του μ’ ένα με­γάλο δαχτυλίδι· ο θόρυβος καλύπτει τον υπόκωφο ήχο των ταμπούρλων τώρα στροβιλίζεται στο ένα πόδι, στητός κάτω από τη θεώρατη κορώνα, που πιο πριν έπεφτε πολύ βαριά στους δυο άντρες. Οι υπηρέτες γεμίζουν τα χέρια του με σπυριά κριθάρι, αυτός τα πετά στο τρομαγμένο πλήθος των θεατών. Όλοι σκύβουν με ταπείνωση, εγώ φοβάμαι μάλιστα μήπως θεωρηθώ παρείσακτος. Ο μοναχός είναι πια ακαταλόγιστος… μήπως παρεμποδίζω τη διαδικασία; Τώρα ησυχάζει κάπως. Οι υπηρέτες τον κρατούν γερά κι ένας υπουργός στέκεται μπροστά του.

Ρίχνει μια μετα­ξωτή κορδέλα πάνω στο λυγισμένο από το βάρος κεφάλι κι αρχίζει να κάνει τις επιλεγμένες ερωτήσεις. Κατάληξη μιας κυβερνητικής θέσης, εξεύρεση μιας ανώτερης μετενσάρκωσης, πόλεμο ή ειρήνη, όλα αυτά θα τα αποφασίσει ο μάντης. Συχνά μια ερώτηση πρέπει να επαναληφθεί πολλές φορές, προτού ο μάντης αρχίσει να μιλά. Προσπαθώ να βγάλω κάποιο νόημα απ’ το μουρμουρητό. Αδύνατο! Ενώ ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης υποκλίνεται ταπεινά, προσπαθώντας κάτι να καταλάβει, ένας γέρος μοναχός καταγράφει γοργά τις απαντήσεις.

Είναι κάτι που το έχει κάνει εκατοντάδες φορές στη ζωή του, μια και ήταν γραμματέας και του προηγούμενου μάντη. Δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ στην υποψία ότι ίσως αυτός ο γραμματέας να ήταν ο πραγματικός μάντης. Οι απαντήσεις που καταγράφει είναι πάντα κατατοπιστικές, αν και διφορούμενες, και αρκούν για ν’ απαλλάξουν το υπουργικό συμβούλιο από τη μεγάλη ευθύνη. Αν ένας μάντης έδινε μόνιμα λανθασμένες απαντήσεις, η διαδικασία ήταν απλή: Τον απάλλασσαν από τα καθήκοντά του. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω τη λογική αυτού του μέτρου. Μα δεν ήταν ο θεός που μιλούσε μέσα από το μέντιουμ;

Παρ’ όλα αυτά η θέση του κρατικού μάντη ήταν πολύ ζηλευτή. Γιατί κατέχει το αξίωμα ενός Δαλάμα, το οποίο αντιστοιχεί στον τρίτο βαθμό, και είναι το ανώτερο πρόσωπο του μοναστηριού Νετσούνγκ, με όλα τα επιδόματά του.

Οι τελευταίες ερωτήσεις που κάνει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μέ­νουν αναπάντητες. Ο νεαρός μοναχός έχασε τις δυνάμεις του ή μήπως ο Θεός θύμωσε; Οι μοναχοί πλησιάζουν το μέντιουμ, που τραντάζεται από την ένταση και του προσφέρουν μικρές μεταξωτές κορδέλες. Εκείνος τις δένει κόμπο με τρεμάμενα χέρια. Αυτές οι κορδέλες θεωρούνται φυλαχτά που προστατεύουν από κάθε κίνδυνο. Το μέντιουμ προσπαθεί να κάνει μερικά χορευτικά βήματα ακόμη, έπειτα καταρρέει και αναίσθητο πια μεταφέρεται από τέσσερεις μοναχούς έξω από την αίθουσα.

Συνεπαρμένος εγκαταλείπω το ναό και στέκομαι στο φως του ήλι­ου. Η ορθολογιστική ευρωπαϊκή μου αντίληψη δε συμβιβάζεται με τα όσα μόλις είδα. Αργότερα συμμετείχα συχνά σε παρόμοιες τελετές. Πο­τέ ωστόσο δεν κατάφερα να βρω μια έστω κατά προσέγγιση εξήγηση του αινίγματος αυτού.

Ήταν πάντα μια παράδοξη εμπειρία, όταν συναντούσα τον κρατικό μάντη στην καθημερινή ζωή. Ποτέ δεν μπόρεσα να συνηθίσω να κάθο­μαι μαζί του στο ίδιο τραπέζι και να τον ακούω να ρουφά τη σούπα του, όμοια με όλους τους άλλους ευγενείς. Όταν συναντιόμασταν στο δρόμο, εγώ έβγαζα το καπέλο κι αυτός μου χαμογελούσε γνεύοντας ευγενικά. Τότε το πρόσωπό του ήταν αυτό ενός ευγενικού νέου άντρα και δε θύμιζε σε τίποτα την κόκκινη, πρησμένη μορφή της έκστασης.

Τον είδα και την ημέρα της Πρωτοχρονιάς να τρικλίζει στους δρό­μους… Δεξιά κι αριστερά τον υποβάσταζαν υπηρέτες, κάθε τριάντα ως σαράντα μέτρα βούλιαζε εξουθενωμένος στην πολυθρόνα που κουβα­λούσαν γι’ αυτόν. Όλοι απομακρύνονταν κι ο λαός απολάμβανε αμί­λητος τη δαιμονική παράσταση.

Ο μάντης του κράτους έχει άλλη φορά την τιμητική του: είναι η λε­γόμενη «μεγάλη πομπή», όπου ο Δαλάι Λάμα μεταφέρεται στην πόλη για να επισκεφθεί τον Καθεδρικό ναό – σε αντίθεση με τη συνηθισμένη πομπή, με την οποία πηγαίνει στον καλοκαιρινό κήπο.

Ολόκληρη η Λάσα είναι πάλι στο πόδι:

Δεν πέφτει καρφίτσα… Σε μια ελεύθερη γωνία έχει στηθεί μια σκηνή. Μοναχοί-στρατιώτες με μαστίγια κρατούν μακριά το περίεργο πλήθος. Η σκηνή αυτή κρύβει από τα μάτια του λαού το μεγάλο μυστικό: Ο Δαλάμα του Νετσούνγκ προετοιμάζεται για την κατάσταση της έκστασης. Ο Βασιλιάς-Θεός πλησιάζει αργά, πάνω στο φορείο με τους τριάντα έξι βαστάζους. Η μουσική των μοναχών συνοδεύει τη γιορταστική πομπή, τρομπόνια, τούμπες και ταμπούρλα σημαδεύουν την κορύφωση. Τώρα βρίσκεται μπροστά στη σκηνή του μάντη. Τη στιγμή αυτή ο μοναχός βγαίνει τρικλίζοντας, κυριευμένος απ’ το Θεό του.

Το πρόσωπό του είναι πάλι φουσκωμένο, σφυρίγματα βγαίνουν απ’ το στόμα του, πέφτει σχεδόν στο έδαφος κάτω από το βάρος της τιάρας. Αλλά χτυπώντας άγρια γύ­ρω του παραμερίζει τους βαστάζους, παίρνει τα κοντάρια του φορείου στους ώμους του και τρέχει, ενώ το βασιλικό φορτίο κλυδωνίζεται επικίν­δυνα. Οι υπηρέτες του και οι βαστάζοι του φορείου τρέχουν μαζί του, προ­σπαθώντας να τον βοηθήσουν. Μετά από τριάντα περίπου βήματα σωριά­ζεται λιπόθυμος και μεταφέρεται πίσω στη σκηνή του. Το πλήθος έχει παρακολουθήσει μαγεμένο την αστραπιαία διαδικασία – ήδη η πομπή συνεχίζεται κανονικά. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω τι συμβολίζει αυτή η τελετουργία. Ίσως θέλει ν’ απεικονίσει την υποταγή κάποιου προστάτη θεού απέναντι στο ζωντανό Βούδα.

Εκτός από το μάντη του κράτους και το βροχοποιό υπήρχαν στη Λάσα τουλάχιστον έξι ακόμα μέντιουμ, ανάμεσά τους και μια γριά γυ­ναίκα, που θεωρείται η προσωποποίηση μιας προστάτιδας θεάς. Για ένα μικρό αντίτιμο ήταν έτοιμη να πέσει σε έκσταση αφήνοντας τη θεά να μιλήσει. Υπήρχαν μέρες κατά τις οποίες περιερχόταν στην κατάσταση αυτή ως και τέσσερεις φορές. Αλλά στα μάτια μου ήταν μια αρκετά πονηρή τσαρλατάνα…

Υπάρχουν επίσης μάντεις που, όταν είναι σε έκσταση, λυγίζουν θεώρατα σπαθιά μετατρέποντάς τα σε ελατήριο πολλοί ευγενείς της Λά­σα είχαν τέτοια σπαθιά στο προσευχητάρι του σπιτιού τους. Κάθε προ­σπάθειά μου να λυγίσω ένα παρόμοιο σπαθί είχε αποτύχει.

Η υποβολή ερωτήσεων στο μάντη είναι γνωστή από την προβουδιστική εποχή, όταν οι θεοί απαιτούσαν ανθρωποθυσίες και συνεχίζεται σχεδόν αμετάβλητη.

Εγώ ο ίδιος εντυπωσιαζόμουν πάντα βαθειά από την ασυνήθιστη αυτή εμπειρία, αλλά ήμουν ευτυχής που δεν εξαρτούσα τις αποφάσεις μου από μάντεις.

Από το βιβλίο «ΟΙ ΓΚΟΥΡΟΥ Ο ΝΕΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ»
του Διονυσίου Φαρασιώτου