Τα Ιερά Λείψανα άρχιζαν να ευωδιάζουν τόσο έντονα και γλυκά, που δε χόρταινες να εισπνέεις
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Τα Ιερά Λείψανα άρχιζαν να ευωδιάζουν τόσο έντονα και γλυκά, που δε χόρταινες να εισπνέεις

Κάποιος πήγε για επίσκεψη στο Άγιον Όρος. Τελείωσε ο εσπερινός, ο κόσμος όμως δεν έφευγε, καθώς περίμεναν να θέσουν σε προσκύνημα τα Ιερά Λείψανα Αγίων, που φυλάσσονται στη Μονή.

Κάποιος πήγε για επίσκεψη στο Άγιον Όρος. Επίσκεψη και όχι προσκύνημα! Σχεδίαζε να παραμείνει στον Άθωνα έξι μέρες, μόλις όμως γνώρισε από κοντά τη μοναστική ζωή των αγιορειτών μοναχών άλλαξε γνώμη και δεν έβλεπε την ώρα να επιστρέψει στον πολιτισμό, όπως ο ίδιος το έθετε και το διαλαλούσε με μεγάλο θράσος.

Έφτασε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα, η οποία θα ήταν και ο τελευταίος σταθμός της αρχικά εξαήμερης (και εν τέλει τριήμερης) περιήγησής του. Μάλιστα, κορόϊδευε την παρέα του, διότι όπως έλεγε, έβλεπαν τα πράγματα διαφορετικά και όχι όπως εκείνος, που μέτραγε τις ώρες για να βγει στον έξω κόσμο και επιτέλους να ελευθερωθεί.

Στην είσοδο της Μονής, τους υποδέχτηκε ο καλόγερος με λουκούμι και ρακί, έδειξε στους επισκέπτες-προσκυνητές τα δωμάτιά τους και τους ενημέρωσε για το πρόγραμμα των ακολουθιών. Η ώρα ήταν 12.00 το μεσημέρι και στις 16.00 είχε εσπερινό. Ο φίλος μας την προηγούμενη μέρα είχε παραστεί σε αγρυπνία που διήρκεσε 12 ώρες. Αμέσως λοιπόν έπεσε για ύπνο και το μόνο που άκουσε ήταν το σήμαντρο, το οποίο σήμανε στις 16.00 ακριβώς και καλούσε όλους τους παρευρισκόμενους για τον εσπερινό. Ξύπνησε και σκουντουφλώντας κυριολεκτικά, έφτασε στο Καθολικό της Μονής, όπου θέλοντας και μη παραβρέθηκε σωματικά στον εσπερινό. Και λέω σωματικά, διότι πνευματικά το μόνο που σκεφτόταν ήταν πότε θα ξεμπέρδευε, για να συνεχίσει τη δουλειά από την οποία τον έκοψε το καταραμένο σήμαντρο, έτσι έλεγε συνέχεια μέσα του.

Επιτέλους, τελείωσε ο εσπερινός, ο κόσμος όμως δεν έφευγε, καθώς περίμεναν να θέσουν σε προσκύνημα τα Ιερά Λείψανα Αγίων, που φυλάσσονται στη Μονή. Μέσα στο τσούρμο πήγε και αυτός. Καθώς έλεγε είχε πάρει το κολάϊ, αφού και στις άλλες Μονές που είχε πάει δεν έκανε άλλη δουλειά από το να ασπάζεται νεκρά κόκαλα, που ούτε παλμό είχαν, ούτε θερμότητα, ούτε ανάβλυζαν μύρο, παρά τα όσα έλεγαν οι αγιορείτες πατέρες. Προσκύνησε λοιπόν και ετοιμαζόταν να φύγει, παρόλο που ο υπόλοιπος κόσμος παρέμενε εντός του Καθολικού, όταν ο Παππούλης που βρισκόταν εκεί είπε με σπαστή φωνή, όσο μπορούσε δυνατή: «Παιδιά μου σας παρακαλώ, σας παρακαλώ στο Όνομα του γλυκού μας Ιησού, πείτε μου ποιο από σας δεν μύρισε από τα Ιερά Λείψανα τη Θεία ευωδιά που βγάζουνε»;

Εκείνος σταματάει ξαφνιασμένος στην είσοδο, αυτό δεν το είχε ξανακούσει σε κανένα Μοναστήρι. Αμέσως, πηγαίνει μπροστά στον παπά και με ύφος προκλητικό του λέει: «Εγώ». Τότε ξεπετάχτηκαν και καμιά δεκαριά ακόμη. Ο σεβάσμιος ιερέας πηγαίνει μπροστά στα Ιερά Λείψανα και με γλυκιά φωνή αρχίζει να ψέλνει το τροπάριο του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλύτη. Το πρόσωπό του, κίτρινο από τις χημειοθεραπείες, άρχισε να λάμπει τόσο πολύ, που στο τέλος δεν μπορούσες να το κοιτάξεις.

Ο γνωστός αυτός φοβήθηκε από αυτό που είδε και τότε συνειδητοποίησε ότι την ίδια στιγμή, τα Ιερά Λείψανα άρχιζαν να ευωδιάζουν τόσο έντονα και γλυκά, που δε χόρταινες να εισπνέεις. Σε λίγο, το πρόσωπο του ιερέα σταμάτησε να φωτίζει, όμως η Θεία ευωδιά από τα οστά ήταν τόσο έντονη, που ξεχύθηκε έξω από το Καθολικό, απλώθηκε σε όλη τη Μονή και ακολουθούσε τους επισκέπτες ακόμη και στην Τράπεζα και στα δωμάτιά τους. Όσοι την είχαν αμφισβητήσει, έκλαιγαν σα μωρά παιδιά και έλεγαν ότι εξαιτίας των αμαρτημάτων τους δεν μπορούσαν να την μυρίσουν αρχικά.

Τη νύχτα κανείς δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Την άλλη μέρα ξεκίνησαν για την Ιερά Μονή Ιβήρων. Η μυρωδιά τους ακολουθούσε ως τα μισά του δρόμου. Ο γνωστός μου άλλαξε για δεύτερη φορά γνώμη και ήθελε να παραμείνει στο Άγιο Όρος και να ολοκληρώσει το προσκύνημά του εκεί (δεν το αποκαλούσε πλέον περιήγηση ή εκδρομή). Όταν επέστρεψε στο σπίτι του, η γυναίκα του πήρε τα ρούχα του να τα πλύνει. Τότε διαπίστωσε ότι τα ρούχα του μύριζαν ακόμη αυτή τη γλυκύτατη Θεία ευωδιά.

Τα γεγονότα αυτά συνέβησαν στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα Αγίου Όρους, στις 5 Σεπτεμβρίου 1997. Ο γνωστός αυτός είναι θείος μου, ξάδερφος της μητέρας μου και την εμπειρία του την ανέφερε σήμερα στο σαρακοστιανό τραπέζι. Η μεταστροφή στη θρησκεία εκείνου και της γυναίκας του υπήρξε ραγδαία. Ο παππούλης πατήρ Νεκτάριος τότε είχε λίγες μέρες ζωής, σύμφωνα με τους γιατρούς. Την τελευταία φορά που επισκέφθηκε ο θείος μου το Άγιο Όρος, πριν λίγους μήνες, τον βρήκε κρυωμένο στο κρεβάτι του. Ο πατήρ Νεκτάριος έμαθε και ζει με τον καρκίνο που τον έχει χτυπήσει σε όλο του το σώμα. Είναι οδοντίατρος και διατηρεί το ιατρείο του στο Άγιο Όρος, προσφέροντας τις υπηρεσίες του όσο του το επιτρέπει η κατάσταση της υγείας του.

Την ιστορία αυτή, ακριβώς όμοια ως και την τελευταία λεπτομέρεια, την είχα διαβάσει και στο Internet, από κάποιον άλλον αυτόπτη μάρτυρα. Η συγκίνησή μου ήταν μεγάλη, όταν την άκουσα σήμερα από πρόσωπο συγγενικό, για αυτό σκέφτηκα να την μοιραστώ μαζί σας.

Πηγή: Ιερός Ναός Αγίου Αχιλλίου