ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Αρχιμ. Βασίλειος Ιβηρίτης: “H Μεγάλη Ιδέα Ενός Μικρού Λαού”

Αρχιμ. Βασίλειος Ιβηρίτης: "H Μεγάλη Ιδέα Ενός Μικρού Λαού"
Ο Γέροντας Βασίλειος Ιβηρίτης (Γοντικάκης) με αφορμή τα 200 χρόνια 1821

Άρθρο του Αρχιμ. Βασιλείου Ιβηρήτου,
Προηγουμένου Ιεράς Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους

Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἐπετείου τῶν διακοσίων χρόνων ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασι

Ὑπάρχουν δύο παραδόσεις στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία: Οἱ πρῶτοι εἶναι «οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν» ποὺ θέλουν νὰ ἐπικρατήσουν καὶ νὰ ὑποτάξουν τοὺς ἄλλους. Καὶ αὐτοὶ ποὺ ζητοῦν νὰ γίνη τὸ θέλημα τοῦ Ἑνός.

Οἱ πρῶτοι σταδιοδρομοῦν πρόσκαιρα καὶ βασανίζουν τὸν κόσμο. Οἱ δεύτεροι ἀναδεικνύονται «κλέος ἀέναον θνητῶν». Ἀνατέλλει ἀπὸ μέσα τους μιὰ αἴγλη ποὺ δὲν δύει ἀλλὰ φωτίζει καὶ ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους.

Οἱ Ἕλληνες εἶναι μικρὸς λαὸς μὲ μεγάλες ἀπαιτήσεις. Ὁ Δημόκριτος ζητᾶ νὰ βρῆ τὴ μία αἰτιολογία τῆς ζωῆς καὶ ὄχι τὴν τῶν Περσῶν βασιλείαν. «Ἔλεγε βούλεσθαι μᾶλλον μίαν εὑρεῖν αἰτιολογίαν ἢ τὴν τῶν Περσῶν οἱ βασιλείαν γενέσθαι». Οἱ ἀπαιτήσεις καὶ ἡ σταδιοδρομία τους ξεπερνοῦν τὴν ἱστορία.

Ὁ Ἡράκλειτος ζητᾶ τὸν τρόπο τῆς τοῦ παντὸς διοικήσεως. Τὰ θυσιάζει ὅλα γιὰ τὸ ἕνα καὶ τοῦ χαρίζεται ἡ γνῶσι τῶν πάντων. Κάνει διάγνωσι ὅτι ὑπάρχει νόμος ποὺ ἐπιβάλλει νὰ ὑπακούωμε στὴ θέλησι τοῦ ἑνός, ὄχι τοῦ ὁποιουδήποτε, ἀλλὰ τοῦ κοινοῦ καὶ θείου Λόγου, τοῦ Λόγου καὶ Θεοῦ ποὺ διοικεῖ τὰ πάντα διὰ πάντων.

Ὅταν ὑπακούωμε στὴ θέλησι τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀληθεύομε. Ὅταν ἰδιάζωμε (θεωροῦμε τὸν ἑαυτόν μας τὴν αὐθεντία) ψευδόμεθα. Στὴ βάσι αὐτῆς τῆς ὑπακοῆς στηρίζονται οἱ ἄριστοι. Καὶ ὁ ἕνας εἶναι τρισμύριοι, οἱ δὲ ἀναρίθμητοι κανείς.

Ὁ Ἡράκλειτος εἶναι ἕνας ἄριστος, γεννημένος μὲ μιὰ ἄσβεστη δίψα καὶ ἀναζήτησι γιὰ τὸ ἕνα καὶ μακρινό.

Ὁ ἴδιος δὲν τὸ γνωρίζει ἀλλὰ εἶναι βέβαιος ὅτι ὑπάρχει καὶ τὸν συγκλονίζει. Αὐτὸς ὁ συγκλονισμὸς τὸν κάνει μιὰ αἴσθησι ποὺ κρίνει καὶ ἀπορρίπτει ὅσα βλέπει καὶ ἀκούει νὰ γίνωνται ἀπὸ τοὺς συγχρόνους του.

Δὲν ἀντιπαραβάλλει τὴ δική του ἄποψι μὲ ἐκείνη τῶν ἄλλων. Νοιώθει τὴν ἀδυναμία τοῦ μεμονωμένου ἀνθρώπου. Ἀποφαίνεται «μὴ εἶναι λογικὸν τὸν ἄνθρωπον, μόνον δ’ ὑπάρχειν φρενῆρες τὸ περιέχον».

Δὲν εἶναι ἀπὸ μόνος του λογικὸς ὁ ἄνθρωπος [«χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰω. 15, 5)]. Εἶναι ὅμως πλῆρες φρονήσεως αὐτὸ ποὺ τὸν περιβάλλει στὸ ὁποῖο τὰ πάντα κυβερνῶνται διὰ πάντων ἀπὸ τὸν Ἕνα.

Δὲν θέλει νὰ πρωτεύση στὴ φθορὰ καὶ νὰ διαπρέψη στὸ χρόνο ἀτομικά. Δὲν κλείνονται ἐκεῖ οἱ φιλοδοξίες καὶ οἱ δυνατότητες τοῦ ἀνθρώπου.

Δὲν τὸν καταλαβαίνουν οἱ συμπατριῶτες του. Τὸν χαρακτηρίζουν σκοτεινό, ὑπερόπτη καὶ ὀχλολοίδορο.

Αὐτὰ δὲν τὸν ἀγγίζουν γιατὶ δὲν ἔχουν σχέσι μὲ τὴν πραγματικότητα. Φεύγει μόνος του στὸ βουνό. Συνεχίζει τὸν ἀγῶνα.

Ἑρευνᾶ τὸν ἑαυτό του. Πλησιάζει καὶ γνωρίζει «εὖ μάλα» ὅλους τοὺς φιλοσόφους καὶ ποιητές, τοὺς παλαιοὺς καὶ τοὺς νέους.

Βλέπει πῶς ἀντιδρᾶ τὸ φορτισμένο εἶναι του μὲ αὐτὸ τὸ πλησίασμα καὶ τὴ γνῶσι.

Μετὰ τὴν τελική του διάγνωσι γυρίζει καὶ ἀπευθύνεται στοὺς Ἐφεσίους: Σᾶς εἶπα ὅτι οἱ πολλοὶ εἶστε πονηροί, ὀλίγοι δὲ ἀγαθοί. Τώρα σᾶς λέω ὅτι δυνάμει ὅλοι εἶστε ἀγαθοί.

«Πᾶσι μέτεστι γινώσκειν ἑωυτοὺς καὶ σωφρονεῖν»· εἶναι δυνατὸν σὲ ὅλους νὰ φτάσουν στὴν αὐτογνωσία καὶ τὴ σωφροσύνη.

Δὲν θέλω νὰ σᾶς ὑποτιμήσω οὔτε νὰ μὲ τιμήσετε. Θέλω νὰ σᾶς πῶ ὅτι, ὅταν ἤμουν νέος, δὲν γνώριζα τίποτε.

Ὅταν ἔφτασα στὴν τελειότητα τὰ γνώρισα ὅλα. Αὐτὸς ποὺ πιστεύει στὴ φανταστική του αὐθεντία ψεύδεται. Ἐνῶ κάνει τὸν δάσκαλο, φτάνει σὲ ἀδιέξοδο ἀπογνώσεως καὶ βασανίζει τὸν κόσμο.

Αὐτὸς ποὺ ὑπακούει στὸν Θεὸν Λόγον ἀληθεύει. Τὰ θυσιάζει ὅλα χάριν τοῦ Ἑνός. Τοῦ χαρίζονται τὰ πάντα χάριν τῶν πολλῶν. Ζῆ τὴν ταύτισι τῶν ἀντιθέτων.

Τὸ νὰ κρίνης, κατὰ τὸν λογισμόν σου δίκαια, καὶ νὰ πληγώνης ἀνώφελα τοὺς ἄλλους εἶναι ὑπόθεσι ἐνοχλητικὴ καὶ στεῖρα.

Τὸ νὰ ἀπορρίπτης ὅλους καὶ νὰ συγκεντρώνωνται γύρω σου, σημαίνει ὅτι κάτι ἰδιαίτερο συμβαίνει μὲ σένα. Κάπου ἔφτασες, κάτι βρῆκες.

Ὁ Ἡράκλειτος εἶναι ἕνα φαινόμενο στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία. Ἐνῶ ἀπορρίπτει σχεδὸν τοὺς πάντες, ὅλοι συγκεντρώνονται γύρω του θεωρῶντάς τον πατέρα πνευματικὸ καὶ ὁδηγό.

Περνοῦν οἱ χιλιετίες καὶ ἡ παρουσία του ταράζει ζωηφόρως τὴν οἰκουμένη. Ὅλοι, καὶ οἱ μεταξύ τους ἀντίθετοι, τὸν θεωροῦν πνευματικό τους πατέρα καὶ θεμελιωτὴ τῆς θεωρίας των.

Ὁ Κίρκεγκωρ (1813-1855) αὐτοεπικαλεῖται μαθητὴς τοῦ Ἡρακλείτου. Ὁ Λένιν (1870-1924) τὸν θεωρεῖ πατέρα τοῦ διαλεκτικοῦ ὑλισμοῦ.

Ὁ Χάιντεγκερ (1889-1976) τὸν βλέπει ὡς τὸν πρῶτο δυτικὸ στοχαστή. Καὶ ὁ Ὄσσο (1931-1990) λέει ὅτι εἶναι γκουροὺ τῆς Ἀνατολῆς καὶ ὄχι Ἕλληνας ὅπως ὁ Ἀριστοτέλης.

Αὐτὰ συμβαίνουν σ’ αὐτὸν ποὺ δὲν εἶναι κατὰ φαντασία μεγάλος, ἀλλὰ πραγματικὰ ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν ὕβρι καὶ τὴν οἴησι.

You cannot copy content of this page